«Έχουμε εμπιστοσύνη»!

της Γιάννας Κούρτοβικ*

Έχουμε εμπιστοσύνη στην «ελληνική Δικαιοσύνη». Όχι εμείς! Η Κυβέρνηση και ιδίως ο πρωθυπουργός. Επί 6 χρόνια υπηρετεί τις εντολές του, προβλέπει τις επιθυμίες του, υποτάσσεται στο θυμικό του, εκτελεί τις παραγγελίες του («ελπίζω ότι οι έλληνες δικαστές θα σταθούν στο ύψος τους»).

Αφού διόρισε τους εκλεκτούς του, αυτούς που ήταν ικανοί να τον υπηρετούν, αφού καταδίωξε τους άλλους, φίμωσε κάθε φωνή ελευθερίας και ανεξαρτησίας μέσα στο δικαστικό σώμα, υπόταξε τους δικαστές στο επιτελικό του σχέδιο.

Και στο σχέδιο αυτό οι πολιτικοί κρατούμενοι πρέπει να συντριβούν ηθικά και βιολογικά για να ικανοποιηθεί το εκδικητικό του μένος και να είναι παραγωγική η εργαλειοποίηση του φόβου που καλλιεργεί.

Με αναντίστρεπτη κινητική αδυναμία ο Δημήτρης Κουφοντίνας, μετά την απεργία πείνας, για τον οποίο η «δικαιοσύνη» της Λαμίας (περιοχή επιρροής της οικογένειας Μπακογιάννη) έχει αποφασίσει ότι σ’ αυτόν θα εφαρμόζονται αλλιώς οι νόμοι του κράτους.

Καταδικασμένος να παραμένει στη φυλακή ο Σάββας Ξηρός, παρά την αναπηρία 98 % (!) που διέγνωσαν ΚΕΠΑ και πραγματογνώμονες διορισμένοι από το δικαστήριο για την περίπτωσή του.

Για μια ακόμη φορά ο εισαγγελέας της Λαμίας σε συνεργασία με τη φυλακή του Δομοκού αρνήθηκε την άδεια στον κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα, με το πρόσχημα ότι τολμά ακόμη να μιλά και να γράφει και με το χολερικό σκεπτικό ότι δηλώνει «πολιτικός».

Με ένα εντυπωσιακό αντίστοιχα (για μια φορά ακόμη), σκεπτικό, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του Πειραιά, απέρριψε την 4η αίτηση του Σάββα Ξηρού για την απόλυση με όρους, μετά από 22 χρόνια φυλακής σε συνθήκες αισθητηριακής και πραγματικής απομόνωσης.

Έρχεται να κρίνει, (για μια φορά ακόμη) απορριπτικά για έναν κρατούμενο, που αναγνωρίζει ως «πρακτικά τυφλό» και ανάπηρο κατά 98%, που ζει με ακρωτηριασμένο το δεξί χέρι και κίνδυνο ακρωτηριασμού στα κάτω άκρα, απομονωμένο στο κελί, με μόνο συγκρατούμενο τον αδελφό του, που έχει υποχρεωθεί να μοιράζεται την ίδια απομόνωση για να τον φροντίζει, σε μια πτέρυγα όπου δεν υπάρχει άλλος κρατούμενος, και όπου βρέθηκε, αφού πέρασε όλα σχεδόν τα προηγούμενα χρόνια σε ουσιαστική απομόνωση στο νοσοκομείο των φυλακών.

Αφού, λοιπόν, σύμφωνα και με την εισαγγελική πρόταση, αναγνώρισε ότι συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις (πραγματική έκτιση κατ’ ελάχιστο 19 χρόνων, εδώ τουλάχιστον ο νόμος δεν εφαρμόζεται αναδρομικά, όπως στην περίπτωση Κουφοντίνα), την αναπηρία του, την έκτιση ποινής που αγγίζει τα 40 χρόνια, με προσμέτρηση λόγω της αναπηρίας, (ανώτατο επιτρεπτό όριο με τη νομολογία του ΕΔΔΑ) την εγγραφή του παρά την κατάστασή του στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, (όπου παρακολουθεί μαθήματα από απόσταση και περνά τις εξετάσεις με επιτυχία), λίγες γραμμές πιο πέρα διαπίστωσε ότι αυτός ο κρατούμενος δεν συμμετέχει σε

δραστηριότητες και δεν συναναστρέφεται με άλλους κρατούμενους και επομένως δεν κοινωνικοποιείται για να προετοιμαστεί για την έξοδό του στην κοινωνία δεν αποδεικνύει την «ηθική του βελτίωση» (κατά την εισαγγελική πρόταση επιπλέον, δεν «αποκηρύσσει το ιδεολογικό του υπόβαθρο»), «δεν συναναστρέφεται με το διδακτικό προσωπικό», αφού μόνο διαδικτυακά του επιτρέπεται η παρακολούθηση μαθημάτων, και άρα, η καλή διαγωγή του δεν παρέχει τα εχέγγυα της ομαλής του ένταξης στην κοινωνία, αλλά, από όλα αυτά, προκύπτει ότι είναι και επικίνδυνος για τέλεση (άγνωστης μορφής μια και δεν προσδιορίζονται) νέων εγκλημάτων.

Διερωτάται κανείς: Πώς άραγε κοινωνικοποιείται ένας τυφλός και ανάπηρος έγκλειστος σε ένα κελί; Έχοντας μόνο έναν συγκρατούμενο και κανέναν άλλο; Και ποια είναι τα εγκλήματα που μπορεί να διαπράξει ένας άνθρωπος σ’ αυτήν την κατάσταση; Τι σημαίνει άραγε η «ηθική βελτίωση» και πως μετριέται;

Κι ακόμη πολύ περισσότερο αναρωτιέται ο νομικός, πού το λέει ο νόμος ότι απαιτείται ιδεολογική μεταστροφή για να απολυθεί κάποιος, αφού εκτίσει την ποινή του; Και άραγε, εξετάζονται σε μάθημα ιδεολογίας και ηθικής οι άλλοι κρατούμενοι πριν απολυθούν; Και αν ναι, πόσο αποδεκτό μπορεί να είναι αυτό σε μια δημοκρατική κοινωνία όπου η σκέψη είναι ελεύθερη; Ή έτσι λέμε, τέλος πάντων.

Πόσο ακόμη μπορεί ο μέσος νους να πιστεύει ότι ο νόμος είναι νόμος για όλους και το δίκαιο το ίδιο και ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης παίρνονται όπως ορίζει ο Νόμος και το Σύνταγμα, με τα κριτήρια της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας και ιδίως της νομιμότητας; (λέμε πάλι…)

Πόσο μπορεί ο μέσος πολίτης με τον κοινό του νου να πιστεύει και να ελπίζει ότι η «Δικαιοσύνη», αυτή που έχουμε, μπορεί να τολμά να είναι ανεξάρτητη; Η Δικαιοσύνη στα Τέμπη, στην Πύλο, στη Νοβαρτις κ.ο.κ. και κυρίως στο Γολγοθά του ακροατηρίου του;

Πόσο μπορεί να διεκδικεί αυτή η «Δικαιοσύνη» να την εμπιστεύονται οι πολίτες; Και πολύ περισσότερο, πόσο μπορούν άραγε να τη σέβονται;

* Η Γιάννα Κούρτοβικ είναι δικηγόρος

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Δελτίου Θυέλλης Μαρτίου.

Όλο το τεύχος του Δελτίου εδώ https://diktio.org/node/1657