του Θόδωρου Κουτσουμπού
Ιlan Pappé, Μικρή ιστορία της σύγκρουσης Ισραήλ – Παλαιστίνης, εκδόσεις ΣΑΛΤΟ, μετάφραση – επιμέλεια Φώτης Τερζάκης, επίμετρο Γιώργος Τσιάρας, Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2024
Ένα σπουδαίο και άκρως επίκαιρο βιβλιαράκι κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβριο. Λέω βιβλιαράκι και για τις 196 μόνο σελίδες του (στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο) και για να μην τρομάξω τους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη δική μου βιβλιοπαρουσίαση που προφανώς ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Τα τραγικά διαδραματιζόμενα στην Παλαιστίνη, στη Γάζα και στη Τζενίν, κάνουν την αρχικά σχεδιαζόμενη βιβλιοπαρουσίαση να παίρνει μια εντελώς άλλη μορφή. Η “μικρή ιστορία” αφορά σε μία σύγκρουση με τεράστια, παγκόσμια σημασία, όπου η ανθρωπινότητα διακυβεύεται.

Το βιβλίο του Ιlan Pappé, Μικρή ιστορία της σύγκρουσης Ισραήλ – Παλαιστίνης, είναι ένα σημαντικό βοήθημα για μια βαθύτερη κατανόηση των όσων τραγικών, δολοφονικών και γενοκτονικών συντελούνται εδώ και 16 μήνες στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη από το στρατό του Ισραήλ και τους φασίστες εποίκους, με τη συνδρομή και συνενοχή των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της “δικής μας”, ελληνικής κυβέρνησης Μητσοτάκη. Για να μη παγιδευόμαστε από τις διαστρεβλωμένες ειδήσεις των διεθνών ΜΜΕ και των ενσωματωμένων στον ισραηλινό στρατό δημοσιογράφων ή στις κοινότοπες ρηχές θέσεις της αριστερής γενικολογίας, βιβλία όπως το παρόν του Ιλάν Παπέ είναι σημαντικά και πρέπει να μελετηθούν.
Ο Ιλάν Παπέ είναι ένας γενναίος και φωτισμένος Ισραηλινός Εβραίος, πρώην καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Χάιφας, πριν την καταδίκη του από την Κνεσέτ και τις απειλές κατά της ζωής του από επίσημα χείλη του κράτους του Ισραήλ. Έφυγε από το Ισραήλ το 2008 και διδάσκει ιστορία στο πανεπιστήμιο του Έξετερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι συγγραφέας τουλάχιστον 25 βιβλίων, που επικεντρώνονται στην ιστορία αυτού που χαρακτηρίζεται ως σύγκρουση Ισραήλ – Παλαιστίνης, που όπως αποδείχνει, είναι ιστορία της συστηματικής εθνοκάθαρσης και βίαιης εκδίωξης των Παλαιστινίων από την πατρίδα τους για τη δημιουργία ενός καθαρού, χωρίς Άραβες, εθνικού εβραϊκού κράτους.
Η Μικρή ιστορία της σύγκρουσης Ισραήλ -Παλαιστίνης έχει γραφτεί πρόσφατα, το 2024, μετά την επιχείρηση Πλημμύρα του αλ-Άκσα στις 7 Οκτώβρη 2023 και κατά κάποιον τρόπο συνοψίζει ορισμένες πλευρές τών επί δεκαετίες μελετών του.
«Η σύγκρουση δεν ξεκίνησε στις 7 Οκτωβρίου», τονίζει στην εισαγωγή του στο βιβλίο.

Οι ρίζες
Αρχικά, αναζητάει τις ιστορικές ρίζες της παρούσας σύγκρουσης. Η σύγκρουση ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η Παλαιστίνη, βρισκόταν υπό την οθωμανική κυριαρχία. Στην περιοχή που ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ (το 1948) και στα υπό στρατιωτική κατοχή παλαιστινιακά εδάφη, στα τέλη του 19ου αιώνα ζούσαν περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι, το 70% των οποίων ήταν μουσουλμάνοι, ενώ υπήρχαν σημαντικές κοινότητες χριστιανικές και εβραϊκές. «Ταξιδιώτες και διπλωμάτες απ’ όλον τον κόσμο σημείωναν τη γη στους χάρτες τους ως Παλαιστίνη και περιέγραφαν τους κατοίκους της ως Άραβες της Παλαιστίνης.» Η Παλαιστίνη «ποτέ δεν υπήρξε “μία γη χωρίς κατοίκους”, όπως έλεγαν οι Σιωνιστές – πρόσφορη για αρπαγή». (σελ. 12).
Ο 19ος αιώνας παράλληλα με την εμφάνιση του εργατικού κινήματος στη Δύση, ήταν η εποχή του εθνικισμού. Αστικές ελίτ έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται στις αραβικές μεγάλες πόλεις, διαμορφώνοντας την αραβική λογοτεχνία και τον πολιτισμό και στη βάση της κοινής τους γλώσσας την εθνική ταυτότητα. Διανοούμενοι υποστήριζαν ένα νέο παναραβικό σχέδιο ενοποίησης, το οποίο θα εκτεινόταν από το Μαρόκο έως το Ιράκ κι από τη Συρία ως την Υεμένη και το Σουδάν. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μιας αποσυντιθέμενης οθωμανικής αυτοκρατορίας, γεννιέται η σύγχρονη παλαιστινιακή ταυτότητα, συνυφασμένη με μια ζωηρή πολιτιστική αναγέννηση με επικεφαλής πρωτοπόρους συγγραφείς, ποιητές και δημοσιογράφους (Ruhi al-Khalidi, Najib Nassar κ.ά.).
Αναμφισβήτητα ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος λειτούργησε ως ο μέγας σκηνοθέτης της παγκόσμιας ιστορίας (για να χρησιμοποιήσουμε εμείς μια φράση του Λένιν). Ο παγκόσμιος πόλεμος διαλύει τρεις μεγάλες αυτοκρατορίες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη και την οθωμανική που απλώνεται απ’ την άκρη της Ευρώπης, τα Βαλκάνια, ως τη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική. Ταυτόχρονα πυροδοτεί την ανάπτυξη εθνικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο και στον αραβικό επίσης όπου θα τραβήξει βιαίως Άραβες πολεμιστές στο πλευρό των Άγγλων ιμπεριαλιστών, στη σύγκρουσή τους με την οθωμανική αυτοκρατορία και τον σύμμαχό της γερμανικό ιμπεριαλισμό.
Σε αυτή την εποχή αναδιαμόρφωσης του κόσμου, (του μοιράσματος και ξαναμοιράσματος των σφαιρών επιρροής και των παγκόσμιων αγορών), εμφανίζεται ο σιωνισμός από τη συμβολή δύο ρευμάτων, του Χριστιανικού φονταμενταλισμού και του Εβραϊκού σιωνισμού.

«Ο σιωνισμός ήρθε σαν εισαγόμενο προϊόν», τονίζει ο Ιλάν Παππέ. «Γεννήθηκε τον 16ο αιώνα σαν ευαγγελικό χριστιανικό σχέδιο στην Ευρώπη. Ένας σημαντικός αριθμός προτεσταντών χριστιανών πίστευε ότι η επιστροφή των Εβραίων στη “Σιών” θα εκπλήρωνε τις υποσχέσεις τού Θεού προς τους Εβραίους στην Παλαιά Διαθήκη. Αυτό θ’ αποτελούσε προάγγελο της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους τού κόσμου – μια διαδικασία που πολλοί Ευαγγελικοί ήθελαν να επιταχύνουν». (σελ. 13)
Τι παρακινούσε τον ευαγγελικό χριστιανισμό των αγγλοσαξoνικών χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία) να υποστηρίξουν το σιωνιστικό σχέδιο (που ο Εβραίο-Oύγγρος δημοσιογράφος της Βιέννης Χερτζλ διατύπωσε το 1896) για την ίδρυση Κράτους των Εβραίων;
«Ασφαλώς όχι η συμπάθεια για τους Εβραίους. Ορισμένοι ήταν ξεκάθαρα αντισημίτες, που έβλεπαν την Παλαιστίνη σαν μια χωματερή για τους Εβραίους των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ευρώπης, καθώς ποτέ δεν τους αποδέχθηκαν ως ισότιμα μέλη των αντίστοιχων εθνών τους. Εκτός αυτού, ήταν, όμως, και κάτι που βόλευε πολιτικά, ιδίως όσους ανήκαν στις κυβερνητικές ελίτ. Οι Εβραίοι, στα μάτια τους, θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν για θρησκευτικούς λόγους και να πάρουν τους “Αγίους Τόπους”, όπως περιέγραφαν την Παλαιστίνη, από τα χέρια των “μουσουλμάνων”, δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ματαίωνε τα ευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά σχέδια στην εν λόγω περιοχή».
«Εβραίοι διανοούμενοι και ακτιβιστές άντλησαν έμπνευση από αυτό το κίνημα, ανεξάρτητα από τον κυνισμό των κινήτρων του. Οι σημερινοί χριστιανοί φονταμενταλιστές, που στις ΗΠΑ αναφέρονται ως χριστιανοί σιωνιστές, εξακολουθούν να ασπάζονται αυτές τις ιδέες και αποτελούν το σημαντικότερο φιλοϊσραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ, όχι μόνο προσφέροντας υποστήριξη στο Ισραήλ αλλά προχωρώντας ακόμη πιο πέρα: υποστηρίζοντας την προσάρτηση και τον εξεβραϊσμό της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ.»
Βεβαίως, ο εβραϊκός σιωνισμός, έχει μια άλλη πηγή, ισχυρή. Είναι η -συντηρητική- απάντηση στον αυξανόμενο βίαιο αντισημιτισμό στα τέλη του 19ου αιώνα στην Ευρώπη, και στα πογκρόμ, που δεν ήταν αποκλειστικό ιδίωμα της τσαρικής αυτοκρατορίας.

βρετανική κατοχή
Η προοδευτική και επαναστατική απάντηση στον καλπάζοντα αντισημιτισμό ήταν η ριζοσπαστικοποίηση και ένταξη χιλιάδων Εβραίων στα σοσιαλιστικά και μετά στα κομμουνιστικά κινήματα, στα εργατικά συνδικάτα, στην επαναστατική δράση για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Και πρέπει να πούμε ότι εκείνη την εποχή, στις μεγάλες εβραϊκές κοινότητες, η μεγάλη πλειοψηφία δεν έλκονταν από το σιωνιστικό όραμα, αλλά από το όραμα επαναστατικής ανατροπής του παλιού κόσμου της βίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Την πίστη στο επαναστατικό όραμα ή έστω στην προσδοκία μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας την τσάκισε το Ολοκαύτωμα, με το θάνατο έξι και πλέον εκατομμυρίων Εβραίων, και μετά, η μοίρα των επιζώντων των στρατοπέδων συγκέντρωσης που «μαράζωναν σε στρατόπεδα “εκτοπισμένων” χωρίς καμία ευρωπαϊκή χώρα να είναι πρόθυμη να τους φιλοξενήσει…».
«Μόνο τότε ο σιωνισμός ως κίνημα κέρδισε πραγματικά ευρεία υποστήριξη σε ολόκληρο τον εβραϊκό κόσμο». (σελ. 15)
«Η δεύτερη κινητήρια δύναμη [του σιωνισμού] ήταν ο εθνικισμός». Όπως άλλες εθνικές ομάδες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, Πολωνοί, Ουκρανοί, Τσέχοι, Σέρβοι κ.ά. στην καμπή τού 19ου προς τον 20ό αιώνα, Εβραίοι διανοούμενοι έβλεπαν το εθνικό πλαίσιο ως μέσον εκσυγχρονισμού της εβραϊκής ταυτότητας. Σε αντίθεση με τους ορθόδοξους Εβραίους, οι κοσμικοί σιωνιστές, όπως και οι ευαγγελικοί χριστιανοί άρχισαν να ερμηνεύουν την Παλαιά Διαθήκη ως ιστορικό ντοκουμέντο που αποδείκνυε ότι η Παλαιστίνη ανήκε στον εβραϊκό λαό. Οι ορθόδοξοι Εβραίοι, απεναντίας, έβλεπαν στην Παλαιά Διαθήκη ένα θρησκευτικό και ηθικό σύγγραμμα που τους υποχρέωνε να υπακούουν στους νόμους του Θεού για την ανθρωπότητα.»
Η πρώτη ομάδα νεαρών σιωνιστών Εβραίων έφτασαν στην Παλαιστίνη το 1882, μετά από ένα άγριο κύμα πογκρόμ το 1881. Μπόρεσαν να αγοράσουν γη από πλούσιους απόντες γαιοκτήμονες με χρήματα που τους πρόσφεραν Εβραίοι φιλάνθρωποι και τραπεζίτες, όπως οι Ρότσιλντ. Η αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας επέτρεψε την αγορά γης, που έως τότε δεν ήταν εμπορεύσιμη. (Ως γνωστόν, στον οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό η γη ανήκε στον Θεό με εκπρόσωπό του επί της γης τον Σουλτάνο, δηλαδή το Κράτος). Η βρετανική κυριαρχία, στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου τους επέτρεψε να απαιτήσουν από τους Βρετανούς να αναγνωρίσουν την κυριαρχία τους επί της γης και το δικαίωμά τους να εκδιώξουν τους Παλαιστίνιους χωρικούς. Στο τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας, το 1918, οι Εβραίοι έποικοι αποτελούσαν περίπου το 5 – 6% του πληθυσμού. Αποτελούσαν όμως μια οργανωμένη μειονότητα…
Ταυτόχρονα με τον πρώτο εποικισμό στην Παλαιστίνη, οι Σιωνιστές στην Ευρώπη «άρχισαν να προπαγανδίζουν την ιδέα της εβραϊκής πατρίδας στους διαδρόμους της εξουσίας, ασκώντας ουσιαστικά κυβερνητική διπλωματία». Επικεφαλής των προσπαθειών ήταν ο Τέοντορ Χερτσλ, Αυστριακός Εβραίος δημοσιογράφος της Βιέννης, που συγκάλεσε το πρώτο σιωνιστικό συνέδριο το 1897. Προκειμένου να κερδίσει τη βρετανική υποστήριξη δεν δίστασε να υποστηρίξει την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Ουγκάντα, αλλά οι διάδοχοί του προέκριναν την Παλαιστίνη για όλους τους γνωστούς ιστορικούς και θρησκευτικούς λόγους. Ο διάδοχος του Χερτσλ, Καῒμ Βάισμαν, Ρώσος μετανάστης στην Αγγλία, κατανόησε τη σημασία της οικοδόμησης ισχυρού φιλοσιωνιστικού λόμπι στη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη «διαφημιζόταν στους Βρετανούς ως προπύργιο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στη Μέση Ανατολή».
«Ο Βάισμαν δημιούργησε ένα φιλοσιωνιστικό λόμπι στη Βρετανία, το οποίο αποτελούνταν από ευσεβείς χριστιανούς που πίστευαν στην “επιστροφή των Εβραίων” στην Παλαιστίνη ως εκπλήρωση του θελήματος του Θεού, αντισημίτες που ήθελαν τους Εβραίους έξω από τη Βρετανία και αγγλοεβραίους αριστοκράτες, οι οποίοι δεν ήθελαν να μεταναστεύσουν οι ίδιοι στην Παλαιστίνη αλλά την έβλεπαν ως κατάλληλο προορισμό για τους Εβραίους της εργατικής τάξης της Ανατολικής Ευρώπης, τους οποίους θεωρούσαν κομμουνιστές ταραχοποιούς.» (σελ. 20)
Η μεγάλη τομή γίνεται στις 2 Νοεμβρίου 1917, όταν η βρετανική κυβέρνηση εξέδωσε τη Διακήρυξη Μπάλφουρ, υποσχόμενη να καταστήσει την Παλαιστίνη “εθνική πατρίδα για τον εβραϊκό λαό”, θέτοντας ως όρο, ταυτόχρονα, την προστασία των πολιτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των “υπαρχουσών μη εβραϊκών κοινοτήτων” στην Παλαιστίνη, δηλαδή της αυτόχθονης πλειοψηφίας. Να σημειωθεί ότι ο Μπάλφουρ ήταν αντισημίτης και μερικά χρόνια προτύτερα είχε προωθήσει τον Νόμο περί Αλλοδαπών για να εμποδίσει τη μετανάστευση, ιδίως Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη να φθάσουν στη Βρετανία. Το κείμενο της Διακήρυξης το έστειλε στον τραπεζίτη της αγγλοεβραϊκής κοινότητας λόρδο Ρότσιλντ. Αυτό που βάρυνε για τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στην υποστήριξη ενός εβραϊκού κράτους στην καρδιά του αραβικού κόσμου και στην καρδιά της Παλαιστίνης ήταν το στρατηγικό πλεονέκτημα για την υπεράσπιση/έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ. Ασφαλώς, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εδώ το ρόλο αυτού του “προκεχωρημένου δυτικού φυλακίου” για τον έλεγχο των πετρελαίων – ουσιώδες ζήτημα της πολεμικής αναμέτρησης βρετανικού και γερμανικού ιμπεριαλισμού στον Α’ Π.Π. στη Μέση Ανατολή (πετρέλαια της Μοσούλης).
Με βάση τις Συμφωνίες Σάικς – Πικό (1916), η Εγγύς Ανατολή μοιράστηκε ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γαλλία, με την Παλαιστίνη να υπάγεται στον βρετανικό έλεγχο που πήρε και την “Εντολή” από την νεοδημιουργημένη Κοινωνία των Εθνών (ο Λένιν την αποκαλούσε Κοινωνία των Ληστών). [H ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία -και η Καταστροφή!- δεν είναι ανεξάρτητες από αυτήν την ιμπεριαλιστική Συμφωνία.]
Στην αρχή της βρετανικής Εντολής οι Εβραίοι αποτελούσαν το 11% του πληθυσμού της Παλαιστίνης. Αλλά υπήρχε μια συστηματική εποικιστική στρατηγική.
[Ένα στοιχείο, που δεν περιέχεται στο βιβλίο -όμως κατά τη γνώμη μου μπορεί να φωτίσει τη συμπεριφορά τού αριστερού και επαναστατικού κινήματος της εποχής και τις δραματικές μεταστροφές αργότερα- είναι ότι τον Σεπτέμβρη του 1920 το Κεντρικό Γραφείο του Εβραϊκού τμήματος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας [του Λένιν και του Τρότσκι], εξέδωσε ειδική απόφαση που αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Kommunist (Μπακού) που καταδίκαζε την “με τεχνητό τρόπο εμφύτευση μιας προνομιούχας Εβραϊκής μειονότητας” μέσα στον πληθυσμό τής Παλαιστίνης παραβιάζοντας τα δικαιώματα των Αραβικών εργαζομένων μαζών “στην πάλη τους για ανεξαρτησία και για ολοκληρωτική κατοχή της γης και όλων των προϊόντων της εργασίας τους”.
«Το σύνθημα του Εβραϊκού προλεταριάτου και κάθε φίλου τών εργαζόμενων μαζών και κάθε μαχητή για την εθνική απελευθέρωση πρέπει να είναι “Κάτω τα χέρια από την Παλαιστίνη!”», έλεγαν οι Κομμουνιστές Εβραίοι το 1920 – όχι όμως ο Στάλιν και ο Γκρομίκο το 1947-48. ]
Η εποικιστική πολιτική για την “εμφύτευση” προωθούνταν με την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής μπουρζουαζίας των δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών, τις διασπαστικές προβοκατόρικες πολιτικές της Βρετανίας, αλλά και με τη δράση ένοπλων σιωνιστικών ομάδων – η Χαγκανά ιδρύθηκε με τη σιωπηρή ανοχή της βρετανικής διοίκησης, αν και υπήρχαν ενδείξεις συνεργασίας ανάμεσα στις βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας και τους σιωνιστές παραστρατιωτικούς, γεγονός που αγανακτούσε του Παλαιστίνιους, σημειώνει ο Ιλάν Παπέ. Ταυτόχρονα, υπήρχε και η δράση ανοικτά φασιστικών ομάδων, που συμμετείχαν στη Χαγκανά, όπως οι οργανώσεις “αυτοάμυνας” του Γιαμποτίνσκι. Ο τελευταίος, ένας ανοικτά οπαδός του Μπενίτο Μουσολίνι, έκανε τα πάντα για να αναζωπυρώσει τις εντάσεις μεταξύ Μουσουλμάνων και Εβραίων, υποκινώντας ένα πογκρόμ τον Μάρτιο του 1920 ή προκαλώντας με δημοσιεύματα για την ίδρυση «ενός Τρίτου εβραϊκού Ναού στο Ιερό Όρος, τον τόπο όπου βρισκόταν ο Δεύτερος Ναός, ο οποίος καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ.». Φυσικά, «αυτό σήμαινε την κατεδάφιση του συγκροτήματος Χαράμ αλ-Σαρίφ, του τρίτου ιερότερου τόπου του Ισλάμ». Αν αυτό φαινόταν σε ορισμένους μια αβάσιμη κινδυνολογία, ο Ιλάν Παπέ σημειώνει ότι σήμερα, από τον Νοέμβρη 2022, «η ισραηλινή κυβέρνηση περιλαμβάνει δύο πολιτικά κόμματα που έχουν δεσμευτεί για την οικοδόμηση του Τρίτου Ιερού Ναού στο Ιερό Όρος».
Παρά τις βρετανικές πολιτικές τού “διαίρει και βασίλευε” και τις σιωνιστικές βίαιες πρακτικές και τις φασιστικές προβοκάτσιες «ειδικά στο πρώτο στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920, η συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων παρέμενε δυνατή. Παρότι οι Άραβες εργάτες αποκλείονταν από το σιωνιστικό συνδικάτο Χισταντρούτ, εξακολουθούσαν να γίνονται κοινές απεργίες από Άραβες και Εβραίους εργάτες, λόγου χάριν στις βιομηχανίες ραπτικής και ξυλουργικής στα Χάιφα το 1925. Άραβες και Εβραίοι εξακολουθούσαν να ιδρύουν από κοινού νέες επιχειρήσεις – περισσότερες από χίλιες κοινές επιχειρήσεις άνοιξαν κατά τη δεκαετία αυτή. Δημιουργούνταν τετελεσμένα επί του εδάφους. Η επικείμενη καταστροφή, όμως, δεν ήταν αναπόφευκτη. Έγινε αναπόφευκτη μόνον αφότου ο χαρακτήρας του σιωνιστικού κινήματος άλλαξε ριζικά.» (σελ. 30 – 31)
Πολιτική εθνοκάθαρσης
Ο Ιλάν Παπέ εξηγεί:
«Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, το σιωνιστικό κίνημα μεταστράφηκε από την απλή επιδίωξη ν’ αποκτήσει μια πατρίδα όπου οι Εβραίοι θα ήταν ασφαλείς, εξαρτώμενοι από το έλεος μεγαλύτερων αυτοκρατορικών δυνάμεων, στην αποικιοποίηση της Παλαιστίνης για δικό του λογαριασμό, εκτοπίζοντας με θρασύτητα τον ντόπιο πληθυσμό. Κι επιπλέον, άρχισε να βλέπει έναν τέτοιον εκτοπισμό ως απαραίτητο για την απόκτηση αυτής της πατρίδας. Οι άνθρωποι δεν χρονολογούν συχνά την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης στα μέσα της δεκαετίας του 1920, αλλά αυτό που συνέβη τότε έθεσε τις βάσεις για όλα όσα θ’ ακολουθούσαν», επισημαίνει.
Βασισμένοι στην κατάργηση των περιορισμών αγοράς γης το 1920 από την βρετανική διοίκηση οι σιωνιστές προχωρούσαν σε αγορές παλαιστινιακής γης. Μεταξύ 1921 και 1925, η Αμερικανική Κοινοπολιτεία της Σιών αγόρασε, συνήθως από πλούσιους γαιοκτήμονες που δεν διέμεναν στην Παλαιστίνη, 80.000 στρέμματα γης, και το 1929 το Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο άλλα 7.500 στρέμματα. Κι ενώ μέχρι τότε, ιστορικά, οι Παλαιστίνιοι αγρότες διέμεναν στα χωριά τους και καλλιεργούσαν τη γη τους, οι σιωνιστές έποικοι τους εκδίωξαν, μερικές φορές με τη βία. Οι σιωνιστές ζήτησαν από τις βρετανικές αρχές και έλαβαν εντολές έξωσης. Έτσι «άρχισε η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.»
«Η μέθοδος δια της οποίας οι σιωνιστικοί οικισμοί επεκτάθηκαν μέσω της εκδίωξης των ντόπιων κατοίκων, δείχνει μια αλλαγή στον χαρακτήρα του σιωνισμού. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα κίνημα για τη διάσωση των Εβραίων και τον εκσυγχρονισμό του Ιουδαϊσμού με τη μετατροπή του σε εθνική ταυτότητα μεταξύ άλλων, ήταν πλέον ξεκάθαρα ένα εποικιστικό – αποικιακό σχέδιο, στηριζόμενο στην υποταγή ενός άλλου λαού», σημειώνει ο Ιλάν Παπέ. Η μετέπειτα ίδρυση του κράτους του Ισραήλ υλοποιεί την εποικιστική αποικιοκρατική πολιτική. Σε αυτό το σημείο ο συγγραφέας διευκρινίζει τη διαφορά της κλασικής αποικιοκρατίας από την εποικιστική αποικιοκρατία. Στην κλασική αποικιοκρατία (λ.χ. στην Ινδία ή στις αφρικανικές αποικίες της Πορτογαλίας) οι αποικίες διοικούνται από τις μητροπόλεις και ο αυτόχθονες πληθυσμοί μετατρέπονται σε υπηκόους που χρησιμοποιούνται ως εργατικό δυναμικό. Οι αποικιοκράτες ποτέ δεν επιδιώκουν να γίνουν ο κυρίαρχος πλειοψηφικός πληθυσμός στην αποικία.
Αντίθετα,
«Στην εποικιστική αποικιοκρατία, ο έποικος στοχεύει στην πλήρη αντικατάσταση της κοινωνίας των γηγενών από την κοινωνία των εποικιστών». (σελ. 35) Ο αυτόχθων πληθυσμός, πρόδηλα διαφορετικός από τους εισβολείς εποίκους συνιστά «ένα εμπόδιο που πρέπει ν’ απαλειφθεί. Αυτό δεν μπορεί ποτέ να γίνει χωρίς κτηνωδίες. Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, υπήρξαν τουλάχιστον 270 σφαγές του ντόπιου πληθυσμού στα 140 χρόνια της βρετανικής εγκατάστασης, πέρ’ από τις ένοπλες συγκρούσεις και τους μαζικότατους θανάτους εξαιτίας των επιδημιών. Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν είναι απλώς μια διαδικασία ωμής βίας. Οι έποικοι εξαλείφουν την ίδια την ιστορία των ιθαγενών κοινωνιών – χρονολογώντας την από τότε που οι ίδιοι πρωτοήρθαν».
Και συνεχίζει:
«Oι κλασικοί αποικιοκράτες θεωρούσαν ότι έφερναν τον εκσυγχρονισμό στους άγριους. Οι εποικιστές αποικιοκράτες έβλεπαν τους εαυτούς τους ως εκσυγχρονιστές της γης, όχι των ανθρώπων. Οι άνθρωποι ήταν ενόχληση που έπρεπε να παραμεριστεί για την πρόσβαση στη γη. Ακόμη και σήμερα, πολλοί Ισραηλινοί επαναλαμβάνουν τον μύθο ότι η Παλαιστίνη ήταν ουσιαστικά μια απέραντη έρημος μέχρι που ήρθαν οι σιωνιστές κι “έκαναν την έρημο ν’ ανθίσει”. Μια προσωπικότητα όπως η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επανέλαβε το παμπάλαιο αυτό κλισέ στο μήνυμά της προς το Ισραήλ, συγχαίροντάς το για την 75η επέτειό του. Όπως είδαμε, όμως, η Παλαιστίνη δεν ήταν σε καμία περίπτωση έρημος, και οι λαοί της δεν ήταν νομαδικοί, ούτε πρωτόγονοι.» (σελ. 37)
Αντίσταση
Ο παλαιστινιακός λαός, παρά τις αρχικές συγχύσεις και ταλαντεύσεις των (αστικών) ηγεσιών του προέβαλε αντίσταση στην κλοπή της γης και της πατρίδας τους από τους σιωνιστές που έρχονταν από την Ευρώπη. Η πρώτη μεγάλη πράξη αντίστασης καταγράφεται το 1929, γνωστή στους Παλαιστίνιους ως η Επανάσταση του Αλ-Μπουράκ (θάουρατ αλ-Μπουράκ). Στις 15 Αυγούστου 1929, η Χαγκανά και οι Αναθεωρητές Σιωνιστές, εμπνεόμενοι από τον φασίστα Γιαμποντίνσκι οργάνωσαν διαδηλώσεις στο Τείχος, οδηγώντας τους μουσουλμάνους σε αντιδιαμαρτυρίες. Μέσω φημών και δόλιας υποκίνησης, βίαια επεισόδια σημειώθηκαν μεταξύ Μουσουλμάνων και Εβραίων με αποκορύφωμα τη δολοφονία δεκαεπτά Εβραίων στις 23 Αυγούστου. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν με 133 Εβραίους και 116 Παλαιστίνιους νεκρούς. Θύματα έπεσαν και οι Εβραίοι της Χεβρώνας, μέρος μιας μικρής εβραϊκής κοινότητας που ζούσαν εκεί αιώνες πριν την έλευση των Σιωνιστών, συμβιώνοντας ειρηνικά με την μουσουλμανική κοινότητα. Και οι δύο κοινότητες πίστευαν στην ιερότητα της Χεβρώνας, καθώς είναι ο τόπος ανάπαυσης του προφήτη Αβραάμ που τιμάται και στις δύο θρησκείες. Ωστόσο, οι νεαροί σιωνιστές, φοιτητές της γιεσίβα με σύγχρονα ευρωπαϊκά ρούχα, ήταν ανεπιθύμητες αφίξεις. Ειδήσεις και φήμες έφεραν μουσουλμάνους από τα χωριά στην πόλη όπου εξήντα επτά Εβραίοι σφαγιάστηκαν, αν και ορισμένοι βρήκαν καταφύγιο στα σπίτια φιλικών μουσουλμανικών οικογενειών…

των Βρετανών.
Ένας ηγέτης που ήλθε στο προσκήνιο εκείνη την εποχή είναι ο χαρισματικός ιμάμης Ιζαλντίν αλ-Κασάμ (Izz al-Din al-Qassam) απ’ όπου πήρε το όνομά της η στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς.
Η επόμενη “μεγάλη στιγμή” της αντίστασης και πάλης του παλαιστινιακού λαού ήταν η αραβική εξέγερση του 1936 – 39 ένας αγώνας με εξάμηνη γενική απεργία και γενική εξέγερση εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας με αιτήματα να σταματήσει η εβραϊκή μετανάστευση και οι αγορές γης. Τρία χρόνια χρειάστηκαν οι βρετανικές δυνάμεις για να καταστείλουν την εξέγερση, χρησιμοποιώντας ωμή βία, ακόμη και βομβαρδισμούς από την Βασιλική Πολεμική Αεροπορία, ανατινάξεις σπιτιών, φυλακίσεις και εν ψυχρώ δολοφονίες ιδίως όσων θεωρούνταν ότι είχαν ηγετικά προσόντα.
Μερικούς μήνες μετά την εξέγερση, στη διάρκεια μιας εκεχειρίας, οι Βρετανοί έστειλαν μια εξεταστική επιτροπή που τον Ιούνιο του 1937 σύστησε τον διαμελισμό της Παλαιστίνης. Το μεταπολεμικό “στάτους” διαμορφωνόταν.
Το Ολοκαύτωμα, όπου πάνω από έξι εκατομμύρια Εβραίοι της δυτικής, της κεντρικής Ευρώπης και της Σοβιετικής Ένωσης βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα γερμανικά ναζιστικά στρατόπεδα, δημιούργησε ευνοϊκό κλίμα για την ολοκλήρωση της Υπόσχεσης του λόρδου Μπάλφουρ.
«Αυτό δεν οφειλόταν σε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Εβραίους -τουλάχιστον 250.00 Εβραίοι ταλαιπωρούνταν σε Στρατόπεδα Εκτοπισμένων στην Κεντρική Ευρώπη για πολύ καιρό μετά τη λήξη του [Β’ Παγκοσμίου] πολέμου», θα σημειώσει ο Ιλάν Παπέ.
Νάκμπα
Μετά τον Β’ Π.Π., με την νικήτρια Μεγάλη Βρετανία ήδη σε απόσυρση προς χάρη μιας πανίσχυρης Αμερικής, και τη σιωνιστική τρομοκρατία συχνά να στρέφεται και κατά των Άγγλων, όλα τα μάτια για το μέλλον της Παλαιστίνης ήταν στραμμένα στη Νέα Υόρκη, έδρα του νεοδημιουργημένου ΟΗΕ, που ήλθε να αντικαταστήσει την παλιά χρεοκοπημένη ΚΤΕ (Κοινωνία των Εθνών).

δρόμο της προσφυγιάς μετά τη Νάκμπα του 1948.
Υπήρχαν δύο σχέδια, της μειοψηφίας (Ινδία, Ιράν και Γιουγκοσλαβία) δεν έγινε δεκτό. Το σχέδιο της πλειοψηφίας που έγινε δεκτό με ελάχιστες τροποποιήσεις πρόσφερε το 56% της Παλαιστίνης για ένα εβραϊκό κράτος, συμπεριλαμβανομένων λιμανιών, ηλεκτρικής ενέργειας και φωσφορικών αλάτων. Θα αποτελούνταν από δύο κοινότητες με περίπου ίσο αριθμό Εβραίων και Παλαιστινίων, όμως θα ήταν κράτος εβραϊκό.
Το 43% προσφερόταν στους Άραβες Παλαιστίνιους. Εδώ, η μεγάλη πλειοψηφία ήταν παλαιστινιακή.
Η Ιερουσαλήμ και τα περίχωρά της θα διοικούνταν ως “χωριστό σώμα”.
Στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εξέδωσε το διαβόητο Ψήφισμα 181. Διακήρυττε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης. Οι σιωνιστές πανηγύρισαν, για τους Παλαιστίνιους ήταν η ημέρα έναρξης της Νάκμπα, της δικής τους Καταστροφής – που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.
Οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, αν και ο “ψυχρός πόλεμος” είχε ήδη αρχίσει, ψήφισαν από κοινού για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ διχοτομώντας την ιστορική Παλαιστίνη. «Η ΕΣΣΔ ανέτρεψε δεκαετίες σταθερού αντισιωνισμού ως αναπόσπαστο μέρος του κομμουνισμού και τάχθηκε υπέρ της προοπτικής της διχοτόμησης ήδη από τον Μάιο του 1947. Παρ’ όλο που τα αραβικά κράτη ήταν πεπεισμένα πως η ΕΣΣΔ θα πήγαινε με το μέρος τους, ο Στάλιν είδε τον Σιωνισμό σαν έναν τρόπο αποδυνάμωσης της επιρροής της Βρετανίας στην περιοχή και διευκόλυνε τη μαζική μετανάστευση Εβραίων από την ΕΣΣΔ και την Πολωνία στα στρατόπεδα εκτοπισμένων – με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη.» (σελ. 63)
Να θυμίσουμε εδώ, παρότι δεν καταγράφεται στο βιβλίο, ότι η τότε Ελλάδα, σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, ήταν μία από τις 13 χώρες που ψήφισαν κατά.
«Η διεθνής κοινότητα, που σύσσωμη είχε υπογράψει μια χάρτα δέσμευσης υπέρ του κράτους δικαίου, της δικαιοσύνης και των ίσων δικαιωμάτων των εθνών, είχε ανοίξει το δρόμο για μια καταστροφή – μια καταστροφή τόσο ολοκληρωτική που έγινε ο ορισμός της αραβικής λέξης Νάκμπα.»
Το τέλος της Βρετανικής Εντολής είχε προγραμματιστεί για τις 14 Μαῒου 1948. Η σιωνιστική παραστρατιωτική οργάνωση Ιργκούν, παράλληλα με τη στόχευση των Βρετανών, επιτίθετο σε αραβικά χωριά για να σπείρει φόβο στους Παλαιστίνιους Άραβες και να τους ωθήσει στη φυγή. Οι τρεις ένοπλες σιωνιστικές παραστρατιωτικές ομάδες, Χαγκανά, Ιργκούν και η συμμορία Στερν ήταν καλά εξοπλισμένες, οι άνδρες τους είχαν υπηρετήσει στο βρετανικό στρατό και είχαν εμπειρία και διέθεταν τουλάχιστον δεκαπλάσιο αριθμό μελών από τις παλαιστινιακές. Οι τελευταίες, δύο μικρές παραστρατιωτικές οργανώσεις της παλαιστινιακής νεολαίας με μερικές εκατοντάδες μέλη οργανώθηκαν στο πλαίσιο του Αραβικού Απελευθερωτικού Στρατού που ιδρύθηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Όμως, ο Αραβικός Σύνδεσμος αποφάσισε να μη στείλει τακτικά στρατεύματα στην Παλαιστίνη πριν το τέλος της Βρετανικής Εντολής… Χρησιμοποιώντας την εύλογη άρνηση των Παλαιστινίων και όλου του Αραβικού κόσμου να δεχθεί την ίδρυση ενός άλλου κράτους μέσα στην Παλαιστίνη και με διχοτόμηση της Παλαιστίνης, οι σιωνιστές μεθοδικά οργάνωναν την εθνοκάθαρση. Σε ένα επεισόδιο τον Φεβρουάριο του 1948, τρία χωριά γύρω από την αρχαία ρωμαϊκή πόλη της Καισαρείας εκκαθαρίστηκαν ολοσχερώς, σχεδόν κανένα κτίριο δεν έμεινε όρθιο. Οι Άραβες χωρικοί αναγκάστηκαν να φύγουν μαζικά, για να σωθούν. Όλα αυτά υπό βρετανική επίβλεψη για την… τήρηση του νόμου και της τάξης!
«Από τα τέλη του Φεβρουαρίου 1948», σημειώνει ο συγγραφέας, «ήταν προφανές ότι η σιωνιστική τακτική άλλαζε. Τώρα οι σιωνιστικές δυνάμεις εφάρμοζαν μαζικές επιχειρήσεις εκδίωξης, χωρίς να συνδέονται με οιαδήποτε υποψία αυτοάμυνας ή απάντησης στην παλαιστινιακή επιθετικότητα». (σελ. 68)
Μετά τις 10 Μαρτίου 1948 ο Μπεν Γκουριόν με μια μικρή ομάδα στρατιωτικών ηγετών της ομάδας πληροφοριών της Χαγκανά έθεσαν σε εφαρμογή το Σχέδιο Δ. Ο στόχος του ήταν:
«να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι Παλαιστίνιοι από την Παλαιστίνη, ώστε να δημιουργηθεί ένα κράτος με εβραϊκή πλειοψηφία. Ιδού η μέθοδος: κάθε χωριό και γειτονιά έπρεπε να περικυκλωθεί από τρεις πλευρές, αφήνοντας την τέταρτη πλευρά ελεύθερη για τους κατοίκους να φύγουν καθώς εκδιώκονταν ή έφευγαν τρομοκρατημένοι. Στη συνέχεια, το χωριό θα γινόταν ερείπια και στα ερείπια θα τοποθετούνταν εκρηκτικά ώστε κανένας να μην μπορεί να επιστρέψει. Πού θα πήγαιναν όλοι αυτοί οι Παλαιστίνιοι; Το σχέδιο εδώ ήταν ξεκάθαρο: θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τα σύνορα της χώρας».

τους Ισραηλινούς βομβαρδισμούς.
«Στις διαταγές που στάλθηκαν στα στρατεύματα βρίσκουμε περισσότερες οδυνηρές λεπτομέρειες σχετικά με τις μεθόδους οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν», σημειώνει ο ιστορικός. «Υπήρχε μία αναφορά ότι άνδρες που μερικές φορές ορίζονταν ως νέοι μέχρι δέκα ετών, αλλά συνήθως μεταξύ δεκαοκτώ και σαράντα οκτώ, έπρεπε είτε να σκοτωθούν είτε να συλληφθούν». (σελ. 70)
Αν και τα στοιχεία δεν εμφανίζονται σε καμία επίσημη εντολή, υπάρχουν στοιχεία ότι στη δεκαετία του 1940 η Χαγκανά ετοίμαζε φακέλους για κάθε χωριό της Παλαιστίνης, με λεπτομέρειες για τον πλούτο, τις καλλιέργειες, τους πολιτικούς προσανατολισμούς και ποιοι έλαβαν μέρος στην εξέγερση του 1936. Αν οι άνθρωποι αυτοί ήταν ακόμη ζωντανοί το 1948, θα συλλαμβάνονταν ή θα εκτελούνταν επί τόπου.
Κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και αρχές Μαῒου 1948 οι σιωνιστικές δυνάμεις στόχευσαν τα αστικά κέντρα της Παλαιστίνης. Όλα καταστράφηκαν ολοσχερώς σε αυτό που τώρα μπορούμε να περιγράψουμε μόνο ως αστυκτονία, γράφει ο Ιλάν Παπέ.
«Η πλέον διαβόητη περίπτωση τέτοιας τακτικής ήταν η εκκαθάριση της Δυτικής Ιερουσαλήμ και των τριάντα εννέα γειτονικών χωριών της τον Απρίλιο του 1948. Στις 9 Απριλίου 1948, δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες, η Ιργκούν και η συμμορία Στερν, εισέβαλαν στο χωριό Ντέιρ Γιασίν (Deir Yassin) και σκότωσαν όλους τους κατοίκους σπίτι προς σπίτι, χωρίς να λυπηθούν ούτε τις γυναίκες και τα παιδιά. Πάνω από εκατό χωρικοί έχασαν τη ζωή τους. Οι Παλαιστίνιοι πήραν το μήνυμα και πολλοί από τις γύρω περιοχές έφυγαν, φοβούμενοι ότι οι προελαύνουσες εβραϊκές δυνάμεις θα έκαναν το ίδιο και στα δικά τους χωριά και γειτονιές. Πολλά μέλη αυτών των παραστρατιωτικών ομάδων θα ενσωματώνονταν στον ισραηλινό στρατό μετά την ανεξαρτησία, με αιχμή του δόρατος τη Χαγκανά.» (σελ. 71)
Μέχρι το επίσημο τέλος της Βρετανικής Εντολής περίπου 250.000 Παλαιστίνιοι ήταν ήδη πρόσφυγες, ορισμένοι στα γειτονικά αραβικά κράτη. Τα τελευταία, ελάχιστα ή καθόλου δεν βοήθησαν τους Παλαιστίνιους αδελφούς. Ο πιο επαγγελματικός αραβικός στρατός ήταν η Αραβική Λεγεώνα της Ιορδανίας, όμως, πέρα απ’ το γεγονός ότι στην ηγεσία της είχε Βρετανούς αξιωματικούς, η Ιορδανία είχε έλθει σε παρασκηνιακή συμφωνία με τη σιωνιστική ηγεσία. Αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως Δυτική Όχθη θα προσαρτώνταν από την Ιορδανία χωρίς αγώνα. Καθώς οι δύο πλευρές δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία για την Ιερουσαλήμ, η Αραβική Λεγεώνα πολέμησε και όπως σημειώνει ο Παπέ, η γενναιότητά τους εκεί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που οι ιορδανικές δυνάμεις παρακολουθούσαν παθητικά την καταστροφή παλαιστινιακών χωριών αλλού. Ο βασιλιάς Αμπντάλα, «διαπραγματευόταν κατ’ ιδίαν με τους Ισραηλινούς, με τους οποίους είχε συνάψει μυστική συμφωνία, ενώ στον Αραβικό Σύνδεσμο αναλάμβανε ηγετικό ρόλο στο σχεδιασμό των αραβικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Παλαιστίνη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι «μέχρι το τέλος του 1948 ο μισός αραβικός πληθυσμός της Παλαιστίνης είχε εκδιωχθεί, περισσότερα από 500 χωριά είχαν καταστραφεί και οι περισσότερες πόλεις της είχαν κατεδαφιστεί»!
«Στα ερείπια, το Ισραήλ έχτισε εβραϊκούς οικισμούς και φύτεψε πεύκα εισαγόμενα από την Ευρώπη. Ακόμη πιο προκλητικά, ορισμένα κατεστραμμένα χωριά μετατράπηκαν σε πάρκα αναψυχής. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε εναπομένον απομεινάρι “αραβικότητας” σβήστηκε.» (σελ. 73)
Οι βιαίως εκτοπισμένοι Παλαιστίνιοι σπρώχτηκαν προς τις γειτονικές αραβικές χώρες, άλλοι προς τη Δυτική Όχθη και άλλοι, στο νότο, επειδή η Αίγυπτος αρνήθηκε να ανοίξει τα σύνορά της σπρώχτηκαν προς τη Λωρίδα της Γάζας, δημιουργώντας εκεί τον μεγαλύτερο καταυλισμό προσφύγων στον κόσμο. Εκεί που τους τελευταίους 16 μήνες διεξάγεται ένας γενοκτονικός πόλεμος.
«Είναι δύσκολο να το φανταστεί κάποιος σήμερα», σημειώνει ο Ιλάν Παπέ, «αλλά εκείνη την εποχή η Γάζα ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη πάνω στη Via Maris, μια αρχαία εμπορική οδό που εκτείνεται από το Κάιρο ως τη Δαμασκό και φιλοξενούσε μερικές από τις παλαιότερες χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες στον κόσμο.»
«Το Ισραήλ διέπραξε μια εθνοκάθαρση μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.» Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, όπως το ψήφισμα 194 του Δεκεμβρίου 1948, που ζητούσε το δικαίωμα της επιστροφής των προσφύγων και διεθνές καθεστώς για την Ιερουσαλήμ, αγνοούνταν βάναυσα από το Ισραήλ, με την ανοχή ή τη στήριξη των ισχυρών του κόσμου. Στις 11 Μαῒου 1949 επιβράβευσαν το Ισραήλ ως πλήρες μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Για τους Παλαιστίνιους δεν υπήρχε πατρίδα. Σχεδόν ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιοι βρήκαν ολίγη αρωγή από την Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) που ιδρύθηκε το 1950 και την οποία σήμερα το Ισραήλ (και ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ) θέτει υπό απαγόρευση.
Ο Ιλάν Παπέ συνοψίζει για τη Νάκμπα:
«Η Νάκμπα δεν ήταν απλώς μια αρπαγή γης εκ μέρους των σιωνιστικών δυνάμεων, αλλά μια προσπάθεια να καταστεί αδύνατη η ανοικοδόμηση ενός παλαιστινιακού έθνους. Η διασπορά των Παλαιστινίων σε τόσα πολλά διαφορετικά κράτη και η απώλεια πανάρχαιων κοινοτήτων κατέστησε δύσκολη την ενοποίηση όλων των ομάδων σε ένα ενιαίο εθνικό κίνημα».

παιδιά της πέτρας στην πρώτη Ιντιφάντα.
Νάκμπα εν εξελίξει
Το Ισραήλ έμεινε ουσιαστικά ατιμώρητο για την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, επισημαίνει ο ιστορικός Ιλάν Παπέ. «Κανείς δεν το καταδίκασε για προφανή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη πληροφόρησης. Λεπτομερέστατες εκθέσεις τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, του ΟΗΕ κ.ά. δεν υποβλήθηκαν ποτέ σε ευρύτερη δημόσια ακρόαση λόγω αποφάσεων που είχαν ληφθεί άνωθεν. Η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το κράτος του Ισραήλ το 1948, είναι μια διαδικασία που συνεχίζεται και σήμερα. Ονομάζεται αλ-Νάκμπα αλ-Μουστάμιρα, εν εξελίξει Νάκμπα.
Το κράτος που γέννησε η Υπόσχεση Μπάλφουρ και το ψήφισμα 181 της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ της 29ης Νοεμβρίου 1947 για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης είναι ένα εποικιστικό-αποικιοκρατικό κράτος, μια αποικιοκρατία όχι ως εφάπαξ γεγονός, αλλά μια διαρκής δομή απαλλοτρίωσης και εκδίωξης των γηγενών Παλαιστινίων. Στο μεν εσωτερικό τού επισήμως αναγνωρισμένου από τον ΟΗΕ Ισραήλ, η Παλαιστινιακή αραβική μειονότητα που παρέμεινε, περί το 20% του συνολικού πληθυσμού, είναι πολίτες β’ κατηγορίας με μειωμένα δικαιώματα, υποκείμενοι σε μέτρα καταστολής και απελάσεων. Το Ισραήλ έθεσε αυτούς τους Παλαιστίνιους πολίτες του υπό στρατιωτική διοίκηση μέχρι το 1966, ενώ σε άλλα μέρη μέχρι το 1967. (σελ. 80) Μια επίδειξη δημοκρατικότητας της “μόνης δημοκρατίας” στη Μέση Ανατολή. Από τις πιο φρικτές περιπτώσεις καταστολής είναι στο χωριό Καφρ Κάσιμ στις 29 Οκτωβρίου 1956. Ήταν η εποχή που ο Νάσερ είχε εθνικοποιήσει τη Διώρυγα του Σουέζ και ετοιμασίας των Αγγλο-Γάλλων ιμπεριαλιστών για στρατιωτική επέμβαση κατά της Αιγύπτου – με τη συνδρομή και του Ισραήλ. Οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας χωρίς κανένα στοιχείο ισχυρίστηκαν ότι οι Παλαιστίνιοι μέσα στο Ισραήλ θα εξεγείρονταν και θα τάσσονταν στο πλευρό των Αιγυπτίων. Μια απαγόρευση κυκλοφορίας επιβλήθηκε στις 4:30 το απόγευμα της Δευτέρας 29 Οκτωβρίου. Η διαταγή ανέφερε ότι όποιος -άνδρας, γυναίκα ή παιδί- έβγαινε έξω μετά τις 5 μ.μ. θα πυροβολούνταν. Πολλοί κάτοικοι του χωριού που δούλευαν στα χωράφια δεν μπορούσαν να ξέρουν για την απαγόρευση κυκλοφορίας. Επιστρέφοντας στα σπίτια τους η ισραηλινή αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε 49 άτομα. «Η σφαγή εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στην ιστορία και τη μνήμη της παλαιστινιακής μειονότητας του Ισραήλ», σημειώνει ο Ιλάν Παπέ. Η άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας είναι η δράση του νεοσύστατου κράτους στο πλευρό του ιμπεριαλισμού, λειτουργώντας ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης.
Η εμφάνιση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος
Οι πρώτες πράξεις αντίστασης εμφανίστηκαν πολύ σύντομα μετά το 1948. Οι πρόσφυγες εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι θα επιτρέψουν στην πατρίδα τους και είχαν έντονη την αίσθηση της παλαιστινιακής ταυτότητας. «Στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Γάζας, το παλαιστινιακό έθνος επαναφυπνίστηκε με πλήρη ισχύ. Οι πρώτες πράξεις αντίστασης ξεκίνησαν, όπως και στη Δυτική Όχθη, με προσπάθειες των προσφύγων να ανακτήσουν ό,τι είχε απομείνει από τα ζώα, τις καλλιέργειες και άλλα υπάρχοντά τους στα εθνικά εκκαθαρισμένα χωριά. Οι ισραηλινές δυνάμεις εφάρμοσαν εναντίον τους την πολιτική τού “πυροβολείν στο ψαχνό”. Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία αντάρτικων ομάδων που στόχος τους ήταν ο στρατός του Ισραήλ και οι πολίτες του. Ονομάστηκαν Φενταγίν, που στα αραβικά σημαίνει “εκείνοι που είναι έτοιμοι να θυσιαστούν”». (σελ. 83)
Στη δράση των Φενταγίν, το Ισραήλ απάντησε με τη δημιουργία μιας νέας επίλεκτης στρατιωτικής μονάδας, της Μονάδας 101, υπό τη διοίκηση του Αριέλ Σαρόν και με μια διαβόητη πράξη μαζικών αντιποίνων στο χωριό Κίμπια της Δυτικής Όχθης. Σε αντίποινα για τρεις νεκρούς ισραηλινούς σκοτώσανε 69 άτομα, ανατινάξανε 45 σπίτια, σε ορισμένα από τα οποία υπήρχαν ακόμα άνθρωποι μέσα. Το 1957, εξόριστοι φοιτητές κυρίως, σχημάτισαν την Φατάχ, αντεστραμμένο ακρωνύμιο στα αραβικά του Παλαιστινιακού Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος. Την 1η Ιανουαρίου 1965 ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας. Το 1964 στην Ιερουσαλήμ ιδρύθηκε η Οργάνωση Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), ενώ παράλληλα σχηματίστηκαν και άλλες ριζοσπαστικές ομάδες εντός της PLO, το Λαϊκό Μέτωπο Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (PFLP), το Δημοκρατικό Μέτωπο (DFLP) κ.ά. Στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδα της Γάζας, είτε σε άλλες χώρες, οι Παλαιστίνιοι ακτιβιστές «Παρά τη φτώχεια και τις πικρές συνθήκες…, ήταν σε θέση να προσφέρουν εκπαίδευση, πρόνοια και αλληλεγγύη. Δεν κέρδισαν την απελευθέρωση, προφανώς. Αλλά κράτησαν ζωντανή την υπόθεση της Παλαιστίνης· αρνήθηκαν να παραιτηθούν από τις διεκδικήσεις τους για δικαιοσύνη.»
Στο κεφάλαιο 9, στην ενότητα Οι Άραβες Εβραίοι, ο Ιλάν Παπέ περιγράφει μυστικές επιχειρήσεις και τρομοκρατικές πράξεις που οργάνωνε η Μοσάντ, με τοποθέτηση βομβών κ.ά. για να σπείρει φόβο και να σπρώξει τις εβραϊκές κοινότητες που υπήρχαν σε διάφορες αραβικές χώρες να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ. Όμως εκεί, κατά το πλείστον θα συναντούσαν την περιφρόνηση από τους εξ Ευρώπης Εβραίους, αφού η ευρωπαϊκή σιωνιστική ηγεσία τούς θεωρούσε Εβραίους β’ κατηγορίας «και δεν δίσταζε να δείχνει την περιφρόνησή της. Κατά την άφιξή τους στο Ισραήλ, πολλοί Άραβες Εβραίοι ψεκάστηκαν με DDT σε ένα δόλιο τελετουργικό ταπείνωσης».

βομβαρδίζεται ανηλεώς.
Ο πόλεμος των Έξι Ημερών
Ο πόλεμος των έξι ημερών στις 5 Ιουνίου 1967 ήταν μια αστραπιαία συντονισμένη επίθεση του ισραηλινού στρατού -με την ηλεκτρονική στήριξη και ετοιμότητα παρέμβασης του 6ου Αμερικανικού Στόλου- που κατέστρεψε τις αεροπορικές δυνάμεις της Αιγύπτου, της Συρίας και Ιορδανίας. Ταυτόχρονα, ο ισραηλινός στρατός κατέλαβε ολόκληρη τη Δυτική Όχθη, τη Λωρίδα της Γάζας, τη Χερσόνησο του Σινά και τα υψώματα του Γκολάν. Το όραμα του Μεγάλου Ισραήλ φαινόταν να υλοποιείται. Για τη διακυβέρνηση των νέων κατειλημμένων παλαιστινιακών εδαφών υπήρχε ήδη προετοιμασμένο σχέδιο, το Σχέδιο Σάχαμ από το 1963-64. Ήταν ένα επεξεργασμένο στρατιωτικό νομικό σύστημα για να καταστεί δυνατή η αστυνόμευση και ο έλεγχος του παλαιστινιακού πληθυσμού. Πάντως το Ισραήλ, στον αστραπιαίο πόλεμο των έξι ημερών, είχε τον χρόνο για την εθνοτική εκκαθάριση 100 χωριών των Υψιπέδων του Γκολάν, εκδιώκοντας τους κατοίκους τους στη Συρία. «Το Ισραήλ συνέχισε, λοιπόν, να αποικίζει αυτές τις περιοχές, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους που είχε “ακονίσει” το 1948», παρατηρεί ο Ιλάν Παπέ.
Από το 1948 μέχρι το 1967 το Ισραήλ είχε κατακτήσει το 78% των εδαφών της ιστορικής Παλαιστίνης. Με τον πόλεμο του 1967 κατέλαβε και τα υπόλοιπα εδάφη.
Η εποικιστική αποικιοκρατία εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς συστημικής καταπίεσης του Παλαιστινιακού λαού. Στοιχειώδη πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάστηκαν ωμά. Οι κανονισμοί έκτακτης ανάγκης που εφαρμόστηκαν για τους Παλαιστίνιους εντός του Ισραήλ μέχρι το 1967, χρησιμοποιήθηκαν στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα. Ο ισραηλινός στρατός έχει την απόλυτη εξουσία να συλλαμβάνει και να κρατάει ανθρώπους χωρίς δίκη, να κλείνει επιχειρήσεις, σχολεία και χώρους εργασίας, να επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας κ.ά.
Ταυτόχρονα προωθήθηκε η δημιουργία παράνομων εβραϊκών εποικισμών στην κοιλάδα του Ιορδάνη, κοντά στη Χεβρώνα και την Ιερουσαλήμ. Στο πρόγραμμα εποικισμού πρωτοστατούσαν οι κυβερνήσεις και πολιτικοί του σιωνιστικού Εργατικού Κόμματος, μέχρι βέβαια που οι ακροδεξιοί του θρησκευτικού φανατισμού τούς ξεπέρασαν. Αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
«Μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ενώ τα μάτια όλων ήταν στραμμένα στη Γάζα, οι Εβραίοι έποικοι της περιοχής, με την πλήρη συνεργασία του ισραηλινού στρατού, κατάφεραν να εκδιώξουν χιλιάδες Παλαιστίνιους από τα χωριά τους.»
«Όλοι αυτοί οι εποικισμοί ήταν και είναι παράνομοι σύμφωνα με τις συμβάσεις του διεθνούς δικαίου, και κυρίως τη Σύμβαση της Γενεύης. Σύμφωνα με την Τέταρτη Σύμβαση της Γενεύης, τα κράτη δεν επιτρέπεται να μεταφέρουν πολίτες τους στην κατεχόμενη περιοχή και δεν επιτρέπεται να παίρνουν τη γη των κατεχομένων δια της βίας».
Μια κραυγαλέα περίπτωση ωμής παραβίασης ήταν η ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, παρότι η ιδρυτική πράξη του ΟΗΕ όριζε το Τελ Αβίβ ως πρωτεύουσα του ισραηλινού κράτους και την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του κράτους της Παλαιστίνης.
Αλλά το Ισραήλ έχει διεθνή ασυλία στην κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών και στις παραβιάσεις όλων των διεθνών νόμων και συμβάσεων…
Σημαντική αλλαγή σημειώθηκε στη στάση των ΗΠΑ μετά τον πόλεμο του 1967. Πριν τον πόλεμο των έξι ημερών οι ΗΠΑ είχαν μείνει μακριά από κάθε διπλωματική προσπάθεια για την μεταβολή της πραγματικότητας (όπως ορίστηκε από τις αποφάσεις του ΟΗΕ) στο έδαφος της ιστορικής Παλαιστίνης. Υπήρχαν ζητήματα στα οποία δεν συντονίζονταν με το Ισραήλ ή και απέκλιναν. Λογουχάρη, μέχρι το 1963, η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθούσε να υποστηρίζει το δικαίωμα της επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων κ.ά. Ή, οι ΗΠΑ διατηρούσαν την πρεσβεία τους στο Τελ Αβίβ μέχρι την πρώτη προεδρία Τραμπ, που ανέτρεψε την κρατούσα από το 1948 κατάσταση.
Η κατάσταση άλλαξε μετά το 1963, με τη ίδρυση της AIPAC (American Israel Public Affairs Commitee), του ισχυρού σιωνιστικού λόμπι υπέρ του Ισραήλ. Δημιούργησε έναν εκτεταμένο μηχανισμό που εξασφάλιζε ότι η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών πολιτικών θα παρείχαν άνευ όρων υποστήριξη στο Ισραήλ.

καταστρέφουν τις ελιές των Παλαιστινίων
Ο πόλεμος του 1967, η ριζοσπαστικοποίηση των αραβικών χωρών που εθνικοποίησαν τα πετρέλαια, η ανάδυση των δυνάμεων επαναστατικής εθνικοαπελευθερωτικής δράσης και η αντιπαράθεση με την τότε ΕΣΣΔ, ώθησαν τις ΗΠΑ να αναλάβουν άμεσα την “προστασία” του κράτους του Ισραήλ. Η Βρετανία υποσκελίστηκε πλήρως. Δεν αναφέρεται στο βιβλίο, όμως υπολογίζεται ότι κατ’ έτος οι ΗΠΑ διαθέτουν από τον προϋπολογισμό τους πάνω από 2,7 δις δολάρια και κατά μέσον όρο περί τα 4 δις δολάρια ετησίως.
Διαρκείς πόλεμοι
Ο πόλεμος του 1967 δεν ήταν ο τελευταίος πόλεμος. Το Ισραήλ από τη δημιουργία του και πριν, έως σήμερα, είναι ένα κράτος σε εμπόλεμη κατάσταση που κατά περιόδους οξύνεται σε κανονικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Το 1973 ήταν ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, όταν Αίγυπτος και Συρία δοκίμασαν να πάρουν πίσω τα κατεχόμενα υψίπεδα του Γκολάν, αρχικά αιφνιδίασαν το Ισραήλ, το οποίο όμως απέκρουσε την επίθεση με τη βοήθεια των ΗΠΑ. Η εκεχειρία που επιτεύχθηκε οδήγησε τελικά σε συνθήκη ειρήνης Ισραήλ – Αιγύπτου. Το 1975, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο μαινόταν, και σε αυτό είχε βάλει το χέρι του το Ισραήλ ενισχύοντας τους δεξιούς χριστιανούς Φαλαγγίτες, εισέβαλε στο νότιο Λίβανο για να βοηθήσει τους συμμάχους του ενάντια στις Λιβανέζικες εθνικές δυνάμεις και τους Παλαιστίνιους φενταγίν. Το 1982 ο ισραηλινός στρατός εισέβαλε ξανά στο Λίβανο, για να βάλει τέλος στη δραστηριότητα της παλαιστινιακής αντίστασης. Πολιόρκησε τη Βηρυτό χωρίς να μπορέσει να εξοντώσει τη δύναμη της PLO, παρά τους βομβαρδισμούς και τη φρικιαστική σφαγή χιλιάδων Παλαιστινίων προσφύγων στους καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα που πραγματοποίησαν οι ακροδεξιοί σύμμαχοί του με ισραηλινή βοήθεια…
Μετά από σκληρές μάχες και επική αντίσταση, υπό την ηγεσία του Αραφάτ, η PLO αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει και να φύγει με τους φενταγίν για την Τύνιδα. Το Ισραήλ υποχώρησε στο νότιο Λίβανο, χωρίς να εγκαταλείψει την κατοχή. Όμως, νέες δυνάμεις αντίστασης ξεπήδησαν, με επικεφαλής τη σιιτική οργάνωση Χεζμπουλάχ που ύστερα από μακροχρόνιο ανταρτοπόλεμο ανάγκασαν το Ισραήλ να αποσυρθεί. Από τη Χεζμπουλάχ το Ισραήλ θα ηττηθεί κατά μέτωπο και το 2006 και σε μετέπειτα πολέμους, παρά την τρομακτική στρατιωτική υπεροχή του.
Μέχρι τον τωρινό πόλεμο στη Γάζα, με αφορμή την Πλημμύρα Αλ-Άκσα της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο κατά της Τζενίν μετά την εκεχειρία των έξι εβδομάδων του Ιανουαρίου 2025, αναρίθμητοι είναι οι μικροί και μεγαλύτεροι πόλεμοι του Ισραήλ.
Η πρώτη Ιντιφάντα και το Όσλο Ι
Ενώ η ηγεσία της PLO ήταν εξόριστη στην Τυνησία, στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη τής Δυτικής Όχθης και της Γάζας, μια νέα γενιά μαχητών ανδρωνόταν. Στις 9 Δεκεμβρίου 1987 μια εξέγερση νέας μορφής ξέσπασε, με αφορμή τη σύγκρουση ενός ισραηλινού στρατιωτικού φορτηγού με παλαιστινιακό πολιτικό αυτοκίνητο που μετέφερε εργάτες. «Ήταν κυρίως ένα μη βίαιο κίνημα διαμαρτυρίας, κατά το οποίο οι Παλαιστίνιοι κατάφεραν να ελέγξουν χωριά και γειτονιές και να τις διοικήσουν στη βάση της αλληλεγγύης και της αυτο-βιωσιμότητας για ένα σύντομο διάστημα», γράφει ο Ιλάν Παπέ. Ήταν η πρώτη Ιντιφάντα (“εξέγερση” στα αραβικά). Ο ισραηλινός στρατός αντέδρασε χρησιμοποιώντας όλη του τη δύναμη. Ο τότε υπουργός Άμυνας Γιτζάκ Ράμπιν διέταξε τους στρατιώτες «να σπάσουν τα κόκαλα» των διαδηλωτών. [Υπήρξαν φρικτές εικόνες ισραηλινών στρατιωτών που έσπαγαν τα χέρια δεκάχρονων αγοριών, με το αιτιολογικό ότι πετούσαν πέτρες.]
«Η εξέγερση συνεχίστηκε ως το 1993. Το Ισραήλ σκότωσε πάνω από χίλιους Παλαιστίνιους, κράτησε ανθρώπους χωρίς δίκη και εφάρμοσε μέτρα συλλογικής τιμωρίας: κατεδαφίσεις σπιτιών, απαγορεύσεις κυκλοφορίας, κλείσιμο σχολείων και απελάσεις.» (σελ. 111)
Στη διάρκεια αυτών των χρόνων μεσολάβησε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου που σαφώς άλλαξαν όλα τα έως τότε γεωπολιτικά δεδομένα – και μάλιστα εις βάρος της PLO. Ύστερα από διπλωματικές διασκέψεις και παρασκηνιακές συνομιλίες επήλθε η Συμφωνία του Όσλο Ι, το 1993. Υπογράφτηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1993 στον χλοοτάπητα του Λευκού Οίκου. Μια αποδυναμωμένη PLO αποδέχθηκε την ισραηλινή υπαγόρευση.
«Οι Ισραηλινοί ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τον άμεσο έλεγχο του 40% περίπου της Δυτικής Όχθης και να επιτρέψουν σε έναν νέο φορέα που δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία του Όσλο Ι, την Παλαιστινιακή Αρχή, να διαχειρίζεται τις εσωτερικές υποθέσεις των Παλαιστινίων. Αλλά θα έπρεπε να συμφωνήσει αυτή να συνεργάζεται με τον ισραηλινό στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες για την παρακολούθηση και την καταστολή κάθε αντίστασης στην κατοχή. Η παλαιά PLO μεταμορφώθηκε στη νέα Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) και ο ηγέτης τής PLO Γιάσερ Αραφάτ, έγινε πρόεδρος της ΠΑ. Η Συμφωνία προέβλεπε επίσης έναν νέο θεσμό, το Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο, ως το κοινοβούλιο της ΠΑ. Αυτό θα λειτουργούσε παράλληλα με το Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο – το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της PLO. Η διγλωσσία της PLO, που λειτουργούσε πίσω από την πλάτη τού μεγαλύτερου μέρους της αντίστασης, εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας ξεκάθαρης, ενιαίας παλαιστινιακής στρατηγικής. Μερικά πρόσωπα-κλειδιά και οργανώσεις της αντίστασης, που αποτελούσαν μέρος της PLO, απέρριψαν τη Συμφωνία του Όσλο Ι και αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην ΠΑ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αριστερές ομάδες αποδέχθηκαν τη συμμετοχή. Αυτό ήταν ένα σημαντικό σημείο καμπής για την παλαιστινιακή αντίσταση, η οποία μέχρι τότε κυριαρχούνταν από μια εν πολλοίς κοσμική, αριστερή ηγεσία. Πολιτικές ισλαμιστικές ομάδες όπως η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ δεν προσχώρησαν στην ΠΑ και αρνήθηκαν να οργανωθούν υπό τη σημαία της PLO. Δεν αποδέχθηκαν τη Συμφωνία του Όσλο Ι.»
Αυτή η πολιτική θέση κατά των συμφωνιών του Όσλο, μαζί με άλλες αλλαγές στο εσωτερικό αυτών των οργανώσεων και ιδίως της Χαμάς, τους επέτρεψαν τα επόμενα χρόνια να κερδίσουν μεγάλη υποστήριξη από τα λαϊκά στρώματα και τους μαχητές. Πάντως, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «για το Ισραήλ, η Χαμάς [εκείνα τα χρόνια] εξακολουθούσε να αποτελεί ένα χρήσιμο αντίβαρο απέναντι στις κοσμικές και αριστερές δυνάμεις του αντιστασιακού κινήματος. Η ιστορία της μυστικής υποστήριξης του Ισραήλ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις θεατρικές δηλώσεις τού σήμερα ότι η Χαμάς δεν είναι καλύτερη από τον ISIS».
Στην αλλαγή του συσχετισμού υπέρ των ισλαμιστικών οργανώσεων, θα προσθέταμε εμείς, σίγουρα έπαιξε ρόλο η στοχευμένη δολοφονία επαναστατικών στελεχών της Φατάχ και της PLO, όπως οι Αμπού Τζιχάντ (τον Απρίλιο του 1988, μεσούσης της πρώτης Ιντιφάντα της οποίας ήταν καθοδηγητής) και Αμπού Ιγιάντ (1991). Eίναι πιο συμφέρον για τις σιωνιστικές ηγεσίες του Ισραήλ να μετατρέπουν τη σύγκρουση στην Παλαιστίνη σε θρησκευτική, παρά να έχουν το κόστος μιας εθνικοαπελευθερωτικής και κοινωνικής εξέγερσης.

από τη Γάζα.
Όσλο ΙΙ
Τον Σεπτέμβριο του 1995 οι ασαφείς αρχές της Συμφωνίας του Όσλο Ι μεταφράστηκαν στην πιο λεπτομερή Συμφωνία Όσλο ΙΙ. «Oι Ισραηλινοί άφησαν να εννοηθεί, παρότι αρνήθηκαν να δεσμευτούν ρητά, ότι η παλαιστινιακή περιοχή που θα διοικούνταν αυτόνομα σύμφωνα με τις Συμφωνίες του Όσλο θα μπορούσε να γίνει κράτος. Αλλά ήταν σαφές ότι όποια μορφή κι αν έπαιρνε, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συνεργασία και τον υπέρτατο έλεγχο του Ισραήλ. Η επικράτεια που παραχωρήθηκε στους Παλαιστίνιους με τη Συμφωνία του Όσλο ΙΙ ορίστηκε ως Περιοχή Α. Περιελάμβανε τα πλέον πυκνοκατοικημένα τμήματα της Δυτικής Όχθης, αλλά δεν αποτελούσε περισσότερο από το 18% του συνόλου της Δυτικής Όχθης.
Δύο άλλες περιοχές ορίστηκαν από το Όσλο: η Περιοχή Β, όπου το Ισραήλ και η Παλαιστινιακή Αρχή θα μοιράζονταν την εξουσία, αλλά το Ισραήλ θα ασκούσε φυσικά την αποφασιστική διοίκηση· και η Περιοχή Γ, όπου βρίσκονταν οι περισσότεροι ισραηλινοί εβραϊκοί οικισμοί, όπου η πρόσβαση των Παλαιστινίων θα ήταν περιορισμένη. Η Λωρίδα της Γάζας παρέμενε απροσδιόριστη, αλλά διοικούνταν όπως η Περιοχή Β. Στους Παλαιστίνιους προσφέρθηκε ως πρωτεύουσα η Ραμάλα, ούτε σκέψη για την Ανατολική Ιερουσαλήμ και δεν υπήρξε καμία πραγματική συζήτηση για το πρόβλημα των προσφύγων».
Αν και η παλαιστινιακή ηγεσία και πολλοί Παλαιστίνιοι αποδέχονταν το Όσλο ΙΙ σαν μια καλή αρχή, οι εξελίξεις έδειξαν ότι καμιά περαιτέρω παραχώρηση δεν θα γινόταν. «Σε τελική ανάλυση, το Όσλο ΙΙ δημιουργούσε μια πραγματικότητα στα κατεχόμενα εδάφη που ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι είχε προηγηθεί», εκτιμά ο Ιλάν Παπέ. Στο μεταξύ, τον Νοέμβριο του 1995, ακροδεξιός Εβραίος θα δολοφονήσει τον ισραηλινό πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν που συνυπέγραψε με τον Γιάσερ Αραφάτ τις Συμφωνίες του Όσλο. Η άνοδος του Νετανιάχου θα δυναμώσει την καταπίεση κατά των Παλαιστινίων και τα εκατοντάδες σημεία ελέγχου μεταξύ των περιοχών Α, Β και Γ μεταξύ βορά και νότου της Λωρίδας της Γάζας και μεταξύ των κατεχόμενων και του Ισραήλ θα κάνουν τη ζωή των Παλαιστινίων αβίωτη. Αυτά τα εκατοντάδες σημεία ελέγχου είναι τόπος καθημερινού εξευτελισμού των Παλαιστινίων και καθιστούν δύσκολη έως αδύντη τη μετάβαση σε νοσοκομείο, στο σχολείο, στη δουλειά, σε συνδυασμό με ένα συρμάτινο φράχτη που έχτισε η κυβέρνηση Νετανιάχου το 1996 γύρω από τη Λωρίδα της Γάζας. Eπιπλέον εντάθηκε η εβραιοποίηση της Ιερουσαλήμ με την εκδίωξη των Παλαιστινίων από Εβραίους εποίκους. Οι όροι για μια δεύτερη Ιντιφάντα ωρίμαζαν.
Η δεύτερη Ιντιφάντα
Η δεύτερη Ιντιφάντα ξέσπασε το 2000 ύστερα από μια προκλητική επίσκεψη του ηγέτη της τότε ισραηλινής αντιπολίτευσης, Αριέλ Σαρόν, στο Χαράμ αλ-Σαρίφ, τον ιερό τόπο των Μουσουλμάνων. Οι Παλαιστίνιοι τού πέταξαν πέτρες και αυτός με δηλώσεις του έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά. «Το Όρος του Ναού είναι ακόμα στα χέρια μας».
Σε αντίθεση με την πρώτη Ιντιφάντα, η δεύτερη ήταν πιο στρατιωτικοποιημένη και επεκτάθηκε και στο ίδιο το Ισραήλ. Το Ισραήλ απάντησε ανακαταλαμβάνοντας τη Δυτική Όχθη και τμήματα της Λωρίδας της Γάζας κι επιβάλλοντας ένα καθεστώς συλλογικών τιμωριών πιο βίαιων απ’ ό,τι στο παρελθόν. Με την αεροπορία βομβάρδισαν τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τζενίν, ενώ πολιόρκησαν τον Αραφάτ στο κυβερνητικό του κτήριο στη Ραμάλα. Ο Αραφάτ πέθανε τον Νοέμβριο του 2004 και υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι δηλητηριάστηκε.
Ο Μαχμούντ Αμπάς, που τον αντικατέστησε «ενίσχυσε τον συντονισμό της Παλαιστινιακής Αρχής με τις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας και εγκατέλειψε εντελώς τον ένοπλο αγώνα ως μέσο αντίστασης στην κατοχή».
Κράτος απαρτχάιντ
Στα χρόνια μετά τη δεύτερη ιντιφάντα, γράφει ο Ιλάν Παπέ, το Ισραήλ ενέτεινε την εβραιοποίηση της Δυτικής Όχθης και της περιοχής της Ιερουσαλήμ. Στέρησε περαιτέρω τα δικαιώματα των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ. Η Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο, ψήφισε τον διαβόητο νόμο για την ιθαγένεια και την είσοδο στο Ισραήλ, το 2003. Στους κατοίκους της Δυτικής Όχθης και της Γάζας στερούσε το δικαίωμα να λαμβάνουν αυτομάτως την ιθαγένεια ή άδεια παραμονής μέσω γάμου με ισραηλινή/ό πολίτη. Ο Θεμελιώδης Νόμος του Εβραϊκού Έθνους-Κράτους το 2018 υποβάθμιζε την αραβική γλώσσα, παρότι οι Παλαιστίνιοι του κράτους του Ισραήλ αποτελούν πάνω από το 20% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ένας άλλος νόμος το 2011 έκοβε τη χρηματοδότηση σε οποιοδήποτε ίδρυμα τολμούσε να τιμήσει τη μνήμη της Νάκμπα. Οι εκτοπισμοί Βεδουίνων, οι κατεδαφίσεις κτηρίων, η εξάπλωση των παράνομων οικισμών είναι καθημερινό φαινόμενο, οι φράχτες και τα τείχη διαμορφώνουν «μια όλο και πιο ρατσιστική νομική υποδομή», θα γράψει ο Ιλάν Παπέ, επισημαίνοντας ότι η Δύση έκανε κενές χειρονομίες προς μια ειρηνευτική διαδικασία. Οι διάφορες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες πάντα οδηγούνταν σε αδιέξοδο.
Το 2004 η ισραηλινή κυβέρνηση υπό τον Σαρόν αποφάσισε να αποσύρει τους έποικους, περί τις 8.000 που είχαν εγκατασταθεί στη Λωρίδα της Γάζας. Ο άνθρωπος πίσω από πολλαπλές σφαγές, μετατράπηκε σε απροσδόκητο ήρωα της ειρηνευτικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα, πίσω από την απόφαση αυτή ήταν η σκέψη της μετατροπής της Γάζας σε μια φυλακή για τον περιορισμό της Χαμάς που δυνάμωνε αισθητά λόγω της πολιτικής χρεοκοπίας και υποταγής της ηγεσίας της Παλαιστινιακής Αρχής. Τον Σεπτέμβριο του 2005 η ισραηλινή απεμπλοκή είχε ολοκληρωθεί, όμως αυτό δεν έπρεπε να συγχέεται με τον τερματισμό της κατοχής εκτιμούσαν οι περισσότεροι ειδικοί του διεθνούς δικαίου. «Το Ισραήλ ανέπτυσσε ένα νέο μοντέλο κατοχής».
Το κενό εξουσίας που άφησε το Ισραήλ, η Παλαιστινιακή Αρχή αργούσε να το καλύψει. Στις εκλογές του 2006, η Χαμάς έλαβε πάνω από το 44% των ψήφων και σύμφωνα με το νόμο της ΠΑ, η πλειοψηφία τους στο Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο τούς επέτρεπε να σχηματίσουν κυβέρνηση – και σχημάτισαν κυβέρνηση υπό τον Ισμαήλ Χανίγιε. Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα αυτής της κυβέρνησης, το Ισραήλ συνέλαβε πολλά μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου. Μετά και από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Χαμάς και Φατάχ, το Ισραήλ έθεσε το σύνολο της Γάζας υπό πολιορκία – στερώντας στους κατοίκους της την πρόσβαση σε είδη πρώτης ανάγκης, περιορίζοντας το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα.
Η εποχή του Νετανιάχου 2009-2025
Το αδιέξοδο των διπλωματικών ειρηνευτικών διαδικασιών επέτρεψε στο Ισραήλ να επεκτείνει περαιτέρω τους εποικισμούς και να συνεχίσει να συνθλίβει τους Παλαιστίνιους.
«Οι εκδικητές μεταξύ των εποίκων έγιναν ακόμη πιο πολεμοχαρείς: έκαιγαν σπίτια, έβαζαν φωτιά σε χωράφια, ξερίζωναν δέντρα, ενώ περιστασιακά τραυμάτιζαν και σκότωναν Παλαιστίνιους. Ο ισραηλινός στρατός δεν έκανε τίποτα να προστατεύσει τους Παλαιστίνιους πολίτες.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Νετανιάχου ενέτεινε τις προσπάθειες για την εβραιοποίηση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Με την πρόθυμη συνδρομή των ΜΚΟ των εποίκων, που χρηματοδοτούνται από δεξιούς Αμερικανούς Εβραίους και Χριστιανούς, η κυβέρνηση άρχισε να εκκαθαρίζει εθνοτικά γειτονιές της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπως το Σέιχ Τζαράχ και το Σιλουάν. Ήταν το νέο μοντέλο στην απόπειρα του Ισραήλ να απομακρύνει τους Παλαιστίνιους από την ιστορική Παλαιστίνη, μέχρι τον Οκτώβριο του 2023. Η εθνοκάθαρση θα ήταν σταδιακή και μικρής κλίμακας, στοχεύοντας σε γειτονιές και όχι σε ολόκληρες πόλεις. Αλλά δεν θα σταματούσε ούτε για μία μέρα». (σελ. 137)
Μετά τις εκλογές τού Νοεμβρίου 2022 ο Νετανιάχου επέστρεψε στην εξουσία, στηριζόμενος στις ψήφους δύο ακροδεξιών φανατικών υπερθρησκευτικών κομμάτων, του Οτζμά Γιεχουντίτ (Εβραϊκή Εξουσία) και του Χα-Ζιγιονούτ (κόμμα Θρησκευτικού Σιωνισμού), με υπουργούς τούς διαβόητους -φασίστες- Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Σμόρτιχ. Είναι η πιο ακροδεξιά κυβέρνηση στην ιστορία του Ισραήλ. Η ίδια η ισραηλινή κοινωνία είναι διασπασμένη ανάμεσα στο κοσμικό και το θεοκρατικό Ισραήλ. Όμως, το κοσμικό Ισραήλ δεν διαμαρτύρεται για το απαρτχάιντ (κατά των Παλαιστινίων). Μέσα στο Ισραήλ μπορεί να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν δύο κράτη, το κράτος του (κοσμικού) Ισραήλ και το κράτος της Ιουδαίας. «Το κράτος της Ιουδαίας είναι το κράτος των εποίκων που αναπτύχθηκε στους εβραϊκούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη. Αποτελεί πλέον μια διόλου αμελητέα πολιτική δύναμη στο εσωτερικό του Ισραήλ, με στόχο να μετατρέψει το Ισραήλ σε ένα πιο ρατσιστικό, φασιστικό και θεοκρατικό κράτος.
Απέναντί τους είναι το (κοσμικό) κράτος του Ισραήλ. Αυτό ήταν το παλιό Ισραήλ, το οποίο περηφανευόταν πως είναι “η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή”, μια κοσμική και πλουραλιστική κοινωνία. «Το γεγονός ότι αυτό ίσχυε μόνο για τον εβραϊκό του πληθυσμό δεν προβλημάτιζε ιδιαίτερα τη συνείδησή του», σημειώνει πικρόχολα ο συγγραφέας.

Συνοψίζοντας
Μιλώντας για το ιστορικό και ηθικό πλαίσιο της 7ης Οκτωβρίου 2023, ο Ιλάν Παπέ αντικρούει τις προσπάθειες του Ισραήλ να λογοκρίνει κάθε αμφισβήτηση του κράτους και των πολιτικών του με την κατηγορία του αντισημιτισμού.
Και έχοντας τεκμηριώσει την μικρή μεγάλη του ιστορία, καταγγέλλει με σθένος. Είναι η φωνή τού δικαίου από έναν θαρραλέο και δίκαιο άνθρωπο :
«Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου χρησιμοποιείται από το Ισραήλ ως πρόσχημα για την εφαρμογή πολιτικών γενοκτονίας στη Λωρίδα της Γάζας. Είναι επίσης πρόσχημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες που προσπαθούν να επανενισχύσουν την παρουσία τους στη Μέση Ανατολή. Και αποτελεί πρόσχημα για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να περιορίσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες στο όνομα ενός νέου “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πώς η αστυνομία του Βερολίνου απαγόρευσε το τραγούδι και τα συνθήματα σε ξένες γλώσσες στις διαδηλώσεις, ή πώς συνελήφθησαν απόγονοι επιζώντων του Ολοκαυτώματος σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης υπέρ της Παλαιστίνης στις ΗΠΑ. Για να υπάρξει οποιαδήποτε ελπίδα ειρήνης και δικαιοσύνης στο δίπολο Ισραήλ – Παλαιστίνη, πρέπει να θυμόμαστε το βασικό ιστορικό πλαίσιο.
Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το 1948. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζουν στη Γάζα είναι πρόσφυγες από την εθνοκάθαρση του 1948: πρώτη, δεύτερη και τώρα τρίτη γενιά προσφύγων. Το Ισραήλ δημιούργησε τη Λωρίδα της Γάζας σαν αποθήκη ψυχών για να μπορέσει να εκκαθαρίσει εθνοτικά άλλες περιοχές της ιστορικής Παλαιστίνης. Δεν υπήρχε Λωρίδα της Γάζας πριν το 1948. Η Γάζα ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη στη Via Maris μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας. Αυτή η λωρίδα γης, μόλις το 2% της ιστορικής Παλαιστίνης, έγινε ο μεγαλύτερος καταυλισμός προσφύγων στον κόσμο.
Από το 1967, οι κάτοικοι της Γάζας και της Δυτικής Όχθης βρίσκονται υπό κατοχήν. Οι κάτοικοι της Δυτικής Όχθης και της Γάζας αποτελούν μέρος της ίδιας κοινότητας, οπότε οι πολιτικές στη μία περιοχή επηρεάζουν και την άλλη.
Η κατοχή, είτε ασκείται στο όνομα του στρατού είτε στο όνομα της πολιτικής διοίκησης, κατέστησε την κράτηση χωρίς δίκη, τις δολοφονίες, την κατεδάφιση σπιτιών, την απαλλοτρίωση γης και την κακοποίηση από τον στρατό, χαρακτηριστικά της καθημερινής ζωής των Παλαιστινίων. Το 1987 και το 2000, η απογοήτευση γι’ αυτή τη συνεχιζόμενη δίωξη ξέσπασε σε ανοιχτή αντίσταση: την Πρώτη και τη Δεύτερη Ιντιφάντα. Ήταν θέμα χρόνου να ξεσπάσει και μια τρίτη.»
Συμπεράσματα
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο συγγραφέας συνοψίζει τα συμπεράσματά του. Είναι έξι σελίδες που πολύ θα ήθελα να παραθέσω, όμως, δυστυχώς το κείμενο – παρουσίαση του βιβλίου ξεπέρασε κατά πολύ το προβλεπόμενο. Όλο το βιβλίο και τα συμπεράσματά του πρέπει να μελετηθούν. Θα επιμείνω όμως εξαιτίας της πολιτικής σημασίας τους, στις σύγχρονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στο πέμπτο και έκτο συμπέρασμα.
Οι συμφωνίες του Όσλο που χαιρετίστηκαν σαν μια γενναιόδωρη ισραηλινή συμφωνία δεν ήταν παρά «μια προσπάθεια αντικατάστασης μίας μορφής κατοχής με μιαν άλλη».
«Το έκτο συμπέρασμα είναι ότι η λύση των δύο κρατών, δηλαδή η κύρια ιδέα που διέπει τη λεγόμενη ειρηνευτική διαδικασία, έχει αποτύχει παταγωδώς. Απέτυχε επειδή δεν είναι εφαρμόσιμη, δεδομένης της παρουσίας 700.000 Εβραίων εποίκων στη Δυτική Όχθη και της συνολικής μετατόπισης του ισραηλινού πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά, η οποία θα ενταθεί από τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023. Δεν μπορεί επίσης να λειτουργήσει επειδή οι λογικές και ηθικές της προϋποθέσεις είναι εσφαλμένες. Ισχύει μόνο για ένα μικρό μέρος της Παλαιστίνης (22%) και μόνο για ένα μέρος του παλαιστινιακού λαού. Μια πραγματική λύση πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των Παλαιστινίων προσφύγων και της παλαιστινιακής μειονότητας εντός του Ισραήλ. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας λύσης ενός δημοκρατικού κράτους, στο οποίο όλοι, Παλαιστίνιοι ή Ισραηλινοί, θ’ απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα και θα έχουν ελευθερία κινήσεων σε όλη την ιστορική Παλαιστίνη.»
Τέλος, να σημειώσουμε το επίμετρο στην ελληνική έκδοση που υπογράφει ο Γιώργος Τσιάρας, δημοσιογράφος της Εφ.Συν, που συνοψίζει την ιστορία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων και τον επίλογο του Επιμελητή της έκδοσης, που υπογράφει ο Φαίδων Μ. Σάλτος.
Να σημειώσουμε επίσης μία ακόμη έκδοση από τις εκδόσεις ΣΑΛΤΟ που αν και στα αγγλικά κυκλοφόρησε προ 10 χρόνων, το 2015, στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2024. Είναι μια εξαιρετική συζήτηση του Νόαμ Τσόμσκι με τον Ιλάν Παπέ και τον Φρανκ Μπαρά που κατά τη γνώμη μας πρέπει να μελετηθεί παράλληλα με την Μικρή ιστορία του Ιλάν Παπέ.

